γεοειδής

γεο-ειδής, ές,
A = γεώδης, Ti.Locr.101a, Arist.GA731b13, HA555b28.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γεοειδής — ( οῡς), ές (Α) ο όμοιος με χώμα …   Dictionary of Greek

  • γεοειδῆ — γεοειδής neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) γεοειδής masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) γεοειδής masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γεοειδοῦς — γεοειδής masc/fem/neut gen sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γεοειδέων — γεοειδής masc/fem/neut gen pl (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Жеода — Эта статья о геологическом образовании, о кинотеатре в Париже см. Ля Жеод. Распиленная и отполированная жеода Жеода, жеод (фр. géode от др …   Википедия

  • γη — Γ. ονομάζεται γενικά το έδαφος πάνω στο οποίο κατοικούμε (ετυμολογείται από το αρχαίο γαία). Με ευρύτερη έννοια, ορίζεται επίσης η οικουμένη, ο επίγειος κόσμος, η επιφάνεια του εδάφους. Γ., όμως, ονομάζεται κυρίως ο τρίτος πλανήτης του ηλιακού… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.